Κυριακή, 18 Μαρτίου 2012

δύο φωνές που μέσα μου παλεύουν




















“Είναι παμπάλαια ανάγκη του δημιουργού να κουβεντιάσει με έναν αγαπημένο του νεκρό, που του ‘χει εμπιστοσύνη και να του πει τον πόνο του”. Αυτά τα λόγια σου θημήθηκα κι αποφάσισα να σε ενοχλήσω, παππού Νίκο. Εσένα που δεν ελπίζεις τίποτα, ενώ περιμένεις εδώ και 100 χρόνια το “θάμα που μονάχα μπορεί να μας σώσει”. Εσένα που δεν φοβάσαι τίποτα, εκτός από τις συνέπειες των επιλογών σου. Εσένα που είσαι λέφτερος, αφού ούτε ο θάνατος κατάφερε να σε φυλακίσει. Ξέρεις την αγωνία μου, εσύ την φύτεψες στο κεφάλι μου. Δεν αντέχει η ψυχή μου, “πλαντάει”. Δεν αντέχει το μυαλό μου, “κουτσουρεύεται”. Υπομένοντας ένα κόσμο που δεν μου ταιριάζει, αποφάσισα να τον αλλάξω και να μην με αλλάξει. Ζω μέσα στην απόλυτη παράνοια... Κι αυτό το κείμενο, σπονδή στην διάνοια σου.

- “ Χαρά στο νέο που θαρρεί πως έχει χρέος να ξαναδημιουργήσει τον κόσμο, να τον κάμει πιο σύμφωνο με την αρετή και τη δικαιοσύνη, πιο σύμφωνο με την καρδιά του, αλίμονο σε όποιον αρχίζει τη ζωή του χωρίς παραφροσύνη.”

- Ωραία φαντάζει στα λόγια η παραφροσύνη, παππού. Μεγάλο το τίμημα της όμως... χάνεις  χρόνο, χάνεις ανθρώπους και ίσως χάσεις τον εαυτό σου. Δεν βρίσκω πουθενά παρηγοριά, δεν έχω αποκούμπι. Όλα μου φαίνονται μικρά, παράταιρα...

- “Ν’ αρνηθείς όλες τις παρηγοριές - θεούς, πατρίδες, ηθικές, αλήθειες - ν’ απομείνεις μόνος και ν’ αρχίσεις να πλάθεις εσύ, με μοναχά τη δύναμή σου, έναν κόσμο που να μην ντροπιάζει την καρδιά σου... Ποια ‘ναι η πιο αντρίκια χαρά; Ν’ αναλαβαίνεις την πάσα ευθύνη.”

- Εσύ το λες αυτό; Πάλευες μέσα σου με τον θεό, με το ένα πόδι στην κόλαση και το άλλο στον παράδεισο. Πλάσμα πιό ηθικό από εσένα δεν υπήρξε. Όσο για την αλήθεια, την μυρίστηκες, την φαντάστηκες αλλά δεν μπόρεσες να την ακουμπήσεις. Γι’ αυτό σε αγαπάω τόσο, παππού. Σε συμπονώ... Άλλα ψυχανεμιζόσουν, άλλα έγραφες κι άλλα ζούσες.

- “Ό,τι έγραψα ή έπραξα γράφτηκε και πράχτηκε απάνω στο νερό και χάθηκε.”

- Όσο για την πατρίδα... Αγάπησες αυτή την χώρα και την ράτσα που την κατοικεί, με όλο σου το είναι. Παράτησες τα γράμματα, έγινες πρόξενος, υπουργός και στο τέλος έζησες υπό το καθεστώς μίας άτυπης εξορίας. Μέχρι και το Νόμπελ Λογοτεχνίας σου στέρησαν οι Έλληνες πολιτικοί. Κι όταν πήρες το Παγκόσμιο Βραβείο Ειρήνης και έτρεξαν ξανά στο πλευρό σου, τους αγκάλιασες. Το μόνο σου χρέος να φιλιώσεις τ’ αφίλιωτα και το κατάφερες. Μπορείς να μου εξηγήσεις γιατί εγώ δεν έχω πατρίδα;

- “Ο άνθρωπος που πάσχει και υποφέρει είναι παντού ο ίδιος. Δεν είναι δηλαδή μονάδα ενός έθνους, αλλά όλου του κόσμου.”

- Αν είναι έτσι, πως αγωνίστηκες πρώτα για την Ελλάδα και ύστερα για την ανθρωπότητα;

- “Είδα καθαρά την ιστορική αποστολή της Ελλάδας. Ο ανώτατος άθλος της είναι όχι η ομορφιά, παρά ο αγώνας για την ελευθερία. Ένιωσα βαθύτερα την τραγική μοίρα της Ελλάδας και πόσο βαρύ το χρέος του Έλληνα. Κι έχω απόλυτη πεποίθηση στην ψυχή του ανθρώπου.”

- Κι όταν η Ελληνική ράτσα πρόδωσε την ελπίδα σου, πως ένιωσες; Που να έβλεπες την σημερινή μας κατάντια... Άτολμοι, ευρω-ζήτουλες και λοβοτομημένοι. Οι μισοί Έλληνες εκμεταλλεύονται τους άλλους μισούς και στο τέλος όλοι μαζί, ρίχνουν τις ευθύνες αλλού.

- “Ο κόσμος μου φάνηκε πως ήταν ψεύτης, άδικος, άτιμος. Στον κόσμο τούτον θά 'σαι αρνί ή λύκος - αν είσαι αρνί σε τρων - αν είσαι λύκος τρως. Δυστυχώς δεν έχει υπάρξει τρίτο ζώο. Τώρα και χιλιάδες χρόνια ξεκίνησε να φτάσει, να γίνει άνθρωπος - δεν έφτασε ακόμα...Βιάζεσαι;”

- Δεν μπορώ να σου περιγράψω πόσο βιάζομαι. Να φάω και να κάτσω να με φάνε, όλα μαζί... μία τεράστια πανανθρώπινη ζύμωση! Κι όποιος αντέξει! Δυστυχία να μην μπορεί ο άνθρωπος να ξεπεράσει τον άνθρωπο, να γίνει κάτι ανώτερο.

- “Μπορεί, μπορεί, μα μονάχα για μια ώρα, για δυο ώρες, μπορεί και για μια μέρα ολάκερη, μα φτάνει.”

- Εμένα δεν μου φτάνει! Κι εγώ τι είμαι, παππού;

- “Λίγο μαλακός, λίγο αναποδιάρης, πότε καλός, πότε σκύλος που δαγκάνει, μισό διάολος, μισό άγγελος, άνθρωπος κοντολογίς!”

- Μακάρι να υπήρχε μία ιδέα, μεγαλύτερη από εμένα. Κάτι “αψηλό” για να ακολουθήσω...

- “Δεν υπάρχουν ιδέες - υπάρχουν μονάχα άνθρωποι που κουβαλούν τις ιδέες - κι αυτές παίρνουν το μπόι του ανθρώπου που τους κουβαλάει.”

- Και τι άνθρωπος να γίνω; Που οφείλω να φτάσω το μπόι μου;

- “Να 'σαι ανήσυχος, αφχαρίστητος, απροσάρμοστος πάντα. Όταν μια συνήθεια καταντήσει βολική, να τη συντρίβεις. Ποτέ μην αναγνωρίσεις τα σύνορα του ανθρώπου! Να σπας τα σύνορα! Ν'αρνιέσαι ό,τι θωρούν τα μάτια σου. Να πεθαίνεις και να λες: Θάνατος δεν υπάρχει!”

- Εσύ αυτό έκανες, παππού; Ποιός ήταν ο δικός σου δρόμος;

- “Ποιος ήταν ο δρόμος για την εκπλήρωση του δικού μου του νόμου; Να διαταράξω την τάξη, να συντρίψω το πρωτόκολλο, να ξεστρατίσω από τους προγόνους. Να αλητεύσω στ' απαγορευμένα, στις αγέρωχες κι επικίντυνες περιοχές του αβέβαιου. Να δέχουμαι ατάραχος ακόμη περισσότερο: σαν ευλογία την κατάρα του πατέρα και της μάνας. Να έχω το θάρρος να είμαι μόνος...

- Ξέρουμε και οι δυό ότι το θέλησες, αλλά δεν το κατάφερες... Πώς με προτρέπεις να προσπαθήσω κι εγώ;

- “Ε κακομοίρη άνθρωπε, μπορείς να μετακινήσεις βουνά, να κάμεις θάματα, κι εσύ να βουλιάζεις στην κοπριά, στην τεμπελιά και στην απιστία! Ψυχή έχεις μέσα σου, ψυχή κουβαλάς και δεν το ξέρεις - το μαθαίνεις μονάχα την ώρα που πεθαίνεις, μα 'ναι πολύ αργά. Ας ανασκουμπωθούμε εμείς που το ξέρουμε, ας σύρουμε μπορεί να μας ακούσουν! Νιώθω σαν να χτυπάμε τα κεφάλια μας στα σίδερα. Πολλά κεφάλια θα σπάσουν. Μα κάποια στιγμή, θα σπάσουν και τα σίδερα!”

- Έγινες αψής, μάλλον σε κούρασα. Μην γίνεσαι άδικος μαζί μου.

- “Καλή 'ναι η δικαιοσύνη, μα για τους αγγέλους - ο άνθρωπος ο κακομοίρης δεν αντέχει, θέλει έλεος...”

- Έλεος δεν ζητάω από κανέναν, ούτε καν από εσένα. Δώσε μου λοιπόν μία τελευταία συμβουλή, ένα φυλαχτό να έχω να πορευτώ. Κάτι που θα σώσει το μυαλό μου στα δύσκολα...

- “Σωτηρία θα πει να λυτρωθείς απ’ όλους τους σωτήρες· αυτή ‘ναι η ανώτατη λευτεριά, η πιο αψηλή, όπου με δυσκολία αναπνέει ο άνθρωπος. Αντέχεις;”

- Κι εδώ που είμαι δεν μου φτάνει ο αέρας. Νιώθω να πνίγομαι, αλλά από πείσμα και μόνο αντέχω.

- “Τότε έχεις ευθύνη. Δεν κυβερνάς πια μονάχα τη μικρή ασήμαντη ύπαρξή σου. Ν' αγαπάς την ευθύνη. Να λες: Εγώ, εγώ μονάχος μου έχω χρέος να σώσω τη γης. Αν δε σωθεί, εγώ φταίω.”

- Πριν φύγεις από κοντά μου, προσπάθησε να κλείσεις όλο τον κόσμο μέσα σε μία φράση...

- “Είδα κάποτε μια μέλισσα πνιγμένη μέσα στο μέλι και κατάλαβα.”

- Μεταξύ μας δεν υπάρχει ευχαριστώ ή παρακαλώ, παρά μόνο “εις το επανιδείν”…

Κυριακή, 12 Φεβρουαρίου 2012

ο Έλληνας κι ο Ελληνάρας





















Ποτέ δεν συμπάθησα τον τύπο του “Ελληνάρα”. Το ανθρωπάκι που θεωρεί ότι όποιος γεννήθηκε στον Ελλαδικό χώρο είναι πιό προικισμένος, πιο ικανός ή πιο έξυπνος από όλη την υπόλοιπη ανθρωπότητα μαζί. Τον συμπλεγματικό, που επιθυμεί διακαώς να είναι πάντα πρώτος με την ελάχιστη (ή αν είναι δυνατόν καθόλου) προσπάθεια. Κι αν δεν μπορέσει να τα καταφέρει, κανένα πρόβλημα... ας είναι καλά το βύσμα, η ντόπα, η λαμογιά. Τον αμόρφωτο που πιπιλίζει την καραμέλα της αρχαίας Ελλάδας, προκειμένου να καλύψει την δική του κενότητα κι ανεπάρκεια. Το γεγονός ότι δεν γνωρίζει καν τα στοιχειώδη για εκείνους τους πρωτοπόρους της φιλισοφίας, της επιστήμης και της δημοκρατίας, δεν τον απασχόλησε κι ούτε θα τον απασχολήσει ποτέ. Τον βολεψάκια κι ωχαδερφιστή, που κάνει ό,τι του κατέβει στο κεφάλι και πιστεύει πως θα την γλιτώνει πάντα στο παρά πέντε. Τον ευθυνόφοβο, που έχει μάθει να τα φορτώνει όλα στους άλλους και διατείνεται ότι για την κατάντια του φταίνε οι πολιτικοί, οι μετανάστες, οι τραπεζίτες, οι Γερμανοί, οι μασόνοι και τα αεροπλάνα που μας ‘ψεκάζουν’. Τον μαλάκα που διαβάζοντας αυτές τις αράδες θα στραβώσει, θα λοιδωρήσει και τέλος θα κράξει... το μόνο που ξέρει να κάνει σωστά!

Σε ξέρω πολύ καλά, Ελληνάρα. Σε βρίσκω κάθε μέρα μπροστά μου. Στην ουρά της δημόσιας υπηρεσίας όπου γκρινιάζεις για την ταλαιπωρία στον ανάλγητο δημόσιο Ελληνάρα υπάλληλο. Στην καφετέρια όπου μιλάς με ύφος ειδήμονα επί παντός επιστητού, ηδονιζόμενος στην ιδέα ότι όλοι όσοι ακούν την γαιδουροφωνάρα σου, ανακαλύπτουν την απόλυτη αλήθεια. Στον δρόμο όπου οδηγείς απρόσεκτα και νευρικά, αφού αναγκάζεσαι να μοιραστείς μαζί με άλλους Ελληνάρες το οδόστρωμα που θεωρείς ότι δικαιωματικά σου ανήκει. Ήλιος, νησιά, καφέδες και η ζωή κυλούσε όμορφα! Έτρωγαν με χρυσά κουτάλια, σου πετούσαν ένα κοκκαλάκι για να γλύφεις, τους διατηρούσες άκριτα στην εξουσία κι όλα ήταν καλά. Τώρα που στο πήραν, σε έλουσε κρύος ιδρώτας. Τρελάθηκες, δεν ήθελες να το πιστέψεις, θύμωσες, αγανάκτισες, έφαγες χημικά, ψευτοεπαναστάτησες, έκανες τα μπάνια σου, λούφαξες, έψαξες να βρεις τρόπους ώστε να μην πληρώσεις τα χαράτσια και τώρα στο παρά πέντε επανέρχεσαι οργισμένος. Τα πράγματα στρίμωξαν και είχες την ευκαιρία να αναλογιστείς τα λάθη σου, αλλά προτίμησες να πιστεύεις μόνο όσα σε βολεύουν (βλέπε ‘λεφτά υπάρχουν’). Εσύ που κατάντησες λέξεις όπως φιλότιμο, συνείδηση, ευθύνη, απλά λήμματα στο λεξικό... θεωρείς τώρα ότι γνωρίζεις σε βάθος έννοιες και διαδικασίες όπως χρεοκοπία, τοκοχρεολύσια, επαναδιαπραγμάτευση. Είσαι ημιμαθής κι επικίνδυνος, καπέλωσες το μέλλον μου, το μέλλον των παιδιών σου, των εγγονών σου. Κατέβαινες στον δρόμο για να ζητωκραυγάσεις τον Ανδρέα, τον Κωνσταντίνο, τον Κωστάκη, τον Γιωργάκη, ενώ τώρα διαδηλώνεις (με ραντεβού πάντα) εναντίον του μνημονίου. Μην αλλάζεις τώρα την συνταγή της ‘επιτυχίας’ σου, με την ελπίδα ότι θα εξιλεωθείς. Δε θα σε συγχωρήσω ΠΟΤΕ! Συνέχισε λοιπόν, να γλείφεις όπου έφτυνες και να φτύνεις όπου έγλειφες.

Μιλούσαν οι πολιτικοί, έταζαν τα πάντα όλα, τους ψήφιζες... δεν πίστευα λέξη. Μιλούσαν οι δημοσιογράφοι, έπαιζαν παιγνίδια στην πλάτη σου, παπαγάλιζες τα λεγόμενα τους... δεν πίστευα στα αυτιά μου. Κόντρα σε κάθε λογική, πίστευα στον Έλληνα, που στα ζόρικα θα ξέθαβε τα ιδανικά του. Άργησα να καταλάβω ότι περιτριγυρίζομαι από Ελληνάρες και πλέον, νιώθω ξένος στην χώρα που γεννήθηκα... όχι στην Ελλάδα, αλλά στην Ελλαδάρα!

... Δεν θα γίνεις Έλληνας ποτέ, Ελληνάρα του φραπέ!...

Δευτέρα, 16 Ιανουαρίου 2012

το λίγο














Λίγο καλός, λίγο κακός και οι μέρες περνούν... Λίγο σωστός, λίγο λάθος και τα χρόνια περνούν... Πίστευα ότι το «λίγο» είναι εχθρός του «πολύ», έκανα λάθος όμως. Είναι εχθρός του καθόλου! Λίγο... μία κατάσταση αδράνειας, χειμερία νάρκη που συνεχίζεται και στις υπόλοιπες εποχές του χρόνου, ένα μισητό βόλεμα που τελικά σε κάνει να νιώθεις άβολα, δε σε αφήνει να πας ούτε μπροστά ούτε πίσω. Δουλεύω λίγο, μαθαίνω λίγο, εξελλίσομαι λίγο, ονειρεύομαι λίγο, κοιμάμαι λίγο, ελπίζω λίγο. Ζω σε μία χώρα που είναι λίγη. Δε με χωράει, δε με δέχεται, δε μπορώ να την αλλάξω και δε μπορεί να με αλλάξει. Κοιμάμαι σαν Γκιούλιβερ στην χώρα των Λιλιπούτειων και ξυπνάω σαν τον Οδυσσέα, φυλακισμένος στην σπηλιά του μονόφθαλμου γίγαντα Πολύφημου.

Δομίσαμε κοινωνίες, επιλέξαμε δουλειές, επενδύσαμε σε σχέσεις κι ανθρώπους, ελπίζοντας πως το άθροισμα πολλών «λίγο» θα μας αποφέρει ένα «πολύ» ή τουλάχιστον «αρκετό»... Ανοησία, μεγάλη ανοησία! Συνήθιζα να τρομάζω στην ιδέα ότι είμαι λίγος για τους ανθρώπους που νοιάζομαι και να απελπίζομαι με την διαπίστωση ότι περιτριγυρίζομαι από «λίγους» που με νοιάζονται. Άδικος τρόμος, άδικη και η απελπισία. Το μόνο που χρειαζόταν ήταν μία απλή, αλλά επώδυνη, διαπίστωση. Είμαι λίγος, είμαστε λίγοι και θα παραμείνουμε λίγοι, αν συνεχίσουμε να ζούμε μέσα στο «λίγο». Δεν είναι μία διαπίστωση αποδοχής και υποταγής στο δεδομένο, αντίθετα αποτελεί τέλος εποχής κι απαρχή αλλαγών...

Μέσα μου, πολλές πτυχές του εαυτού μου περιμένουν να εκφραστούν. Γύρω μου πολλοί άνθρωποι να γνωρίσω. Μπροστά μου ανοίγονται πολλοί δρόμοι... αρκεί να φύγω από την σιγουριά του «λίγο» και να τζογάρω, έχοντας με το μέρος μου την πιθανότητα του «πολύ». Μέχρι τότε να θυμάστε ότι προσπαθώ να σας αγαπήσω πολύ...

Παρασκευή, 3 Ιουνίου 2011

το αυτονόητο



Σημερινοί 60άρηδες, γονείς, παιδαγωγοί, άνθρωποι των τεχνών και των γραμμάτων, αφεντικά, πολιτικοί, όποια θέση κι αν είχατε στη ζωή μας, ήρθε η ώρα να λογαριαστούμε. Διαμελίσατε το ιστορικό παρελθόν μας, κρατώντας μόνο τις ένδοξες σελίδες που ισχυρίζεστε ότι έγραψε η “γενιά” σας. Απουσιάζατε από το κοινωνικο-πολιτικό παρόν σας, αφήνοντας τους κομματικούς σχηματισμούς να επιλέγουν, με οικογενειοκρατικές διαδικασίες, τους “ηγέτες” που στη συνέχεια αποθεώνατε. Υποθηκεύσατε το οικονομικό μέλλον μας, δανειζόμενοι εκ μέρους «των παιδιών σας» ευρωπαϊκά κονδύλια... τα οποία μετατρέψατε σε εξοχικές κατοικίες, αυτοκίνητα κι όσα περίσσεψαν σε μετοχές του καζινο-χρηματιστήριου. Αφήσατε τόσες ευκαιρίες να πάνε χαμένες, αφού το μόνο που σας απασχολούσε ήταν η γεμάτη “πορτοφόλα”, να κερδίζουν οι “δικοί” σας και να βγάλουν οι άλλοι το φίδι από την τρύπα...
Τα χρόνια πέρασαν, κι εκείνο το “μέλλον” εδραιώθηκε στις μέρες μας ως παρόν. Ένα παρόν δύσβατο για τους συνομήλικους μου και ζοφερό για τα παιδιά που ακολουθούν. Θα μπορούσαμε να παραβλέψουμε όλα τα λάθη σας, εάν δεν είχατε διαπράξει ένα ακόμη μεγαλύτερο. Μας παραδώσατε έναν κόσμο χτισμένο πάνω στο ΑΥΤΟΝΟΗΤΟ!
Αυτονόητη η ισονομία, αφού βροντοφωνάζατε ότι «όλοι είναι ίσοι απέναντι στο νόμο». Αυτονόητη η δικαιοσύνη κι η ισοδικία, αφού όλοι είχατε «εμπιστοσύνη στην ελληνική δικαιοσύνη». Αυτονόητο το δικαίωμα στην εργασία, αρκεί να υπογράψουμε συμβάσεις που προβλέπουν εξευτελιστικές αποδοχές. Αυτονόητη η αυτοδιάθεση, αφού πρώτα μας “στριμώξατε” να αποκτήσουμε πτυχία χωρίς αντίκρισμα και στη συνέχεια μας επαναλαμβάνετε «σας μεγαλώσαμε, σας σπουδάσαμε κι ακόμα σας ταΐζουμε». Αυτονόητη η δυνατότητα να ζείς με αξιοπρέπεια, αφού μας διδάξατε ότι πρέπει να σκύβουμε το κεφάλι για να «προκόψουμε». Αυτονόητη και η δημοκρατία, καθώς το 0,003% των πολιτών (βουλευτές, υπουργοί, τοπικοί άρχοντες) λαμβάνει αποφάσεις και ψηφίζει νόμους που ισχύουν μόνο για υπόλοιπο το 99,997 % του ελληνικού λαού... αλλά ποτέ για τους ίδιους!
Μάγκες, σας έχω νέα! Τίποτα δεν είναι πια αυτονόητο, όλα κερδίζονται με αγώνες! Αφού δεν παλέψατε όσο έπρεπε, θα το κάνουμε εμείς! Καλύτερα να παλεύω για την ουτοπία στις πλατείες, παρά να καταντήσω κυνικός και μοιρολάτρης στον καναπέ! Κι αν καταφέρουμε να πάρουμε τη ζωή μας στα χέρια μας, τότε η έννοια του “αυτονόητου” θα αποκτήσει την ουσία που της αρμόζει!

Τετάρτη, 15 Δεκεμβρίου 2010

το απόλυτο κρύο


Η ζέστη προσφέρει μια αίσθηση ψεύτικης ζωτικότητας. Καλύπτει τις αδυναμίες, χαρίζει μια πλασματική ευδαιμονία, η οποία προέρχεται από εξωτερικούς παράγοντες κι όχι εκ των έσω. Το κρύο είναι κάτι άλλο ή καλύτερα δεν είναι τίποτα... η μη ύπαρξη. Έλλειψη...Αποκάλυψη... Μοναχικότητα.

Μου αρέσει το κρύο και χαίρομαι που δεν αρέσει στους πολλούς. Μου δημιουργεί ένα γλυκό αίσθημα μοναχικότητας. Μία μοναχικότητα ευεργετική, μακριά από όλους κι από όλα. Όσοι δε μπορούν να αντέξουν το κρύο αποχωρούν ή παραμερίζονται από τη ζωή μου. Κι έτσι μένω μοναχός, γίνομαι ο εαυτός μου. Βγαίνω στο δρόμο που έχει πλέον αδειάσει. Ο κρύος αέρας μου φωνάζει... είσαι ζωντανός. Κι εγώ το νιώθω σε κάθε χιλιοστό του σώματος μου. Η ενέργεια συσσωρεύεται στον πυρήνα μου. Αναπνέω πιό βαθιά, πιό αληθινά, λες και ξυπνούν μέσα μου αρχέγονα ένστικτα...

Νιώθω σαν λύκος που βαρέθηκε το κυνήγι με την αγέλη και τριγυρνά μόνος. Έχει κορέσει την πείνα του. Μη φοβάστε λαγουδάκια, τρέξτε να κρυφτείτε στην ζεστή, υπόγεια φωλιά σας. Κι εσείς αλεπούδες, γρήγορα στο λαγούμι σας. Στη ζεστασιά σας που υπνωτίζει, που κάνει τη ζωή σας πιο εύκολη. Αλλά να θυμάστε ότι στην ευκολία δε γεννήθηκε τίποτα σπουδαίο. Το κρύο μυρίζει αλήθεια, δεν είναι για όλους. Μόνο για όσους το αντέχουν, μόνο για αυτούς που ψάχνουν αιματοβαμμένες αλήθειες κι απαρνήθηκαν το βόλεμα τους.

Αυτός που αρνείται την ευκολία του, θα βαδίζει σε δύσκολα μονοπάτια. Θα μείνει μόνος και θα σιχαθεί τα πάντα. Θα πονέσει και θα περιπλανηθεί στο “κρύο”. Θα πληρώσει στο ακέραιο, το τίμημα των επιλογών του. Στο τέλος όμως θα έχει φωτιά μέσα του...


...αφιερωμένο στους "λαγούς" και τις "αλεπούδες" που μου έδειξαν ότι είμαι λύκος...

Παρασκευή, 1 Οκτωβρίου 2010

επανάσταση με 2 μέτρα και 2 σταθμά




Απογευματάκι Τετάρτης, διπλός ελληνικός πολύ γλυκός. Γύρω από το καφενείο στη Τσαμαδού επικρατεί η γνωστή, ευχάριστη βαβούρα των Εξαρχείων. Πλησιάζουν δύο παρεές τριαντάρηδων. Ενώνουν δύο τραπέζια και κάθονται. Συζητούν έντονα κι από τα συμφραζόμενα κατάλαβα ότι ήταν στο συλλαλητήριο της ΑΔΕΔΥ στην Κλαυθμώνος, για την ημέρα πανευρωπαϊκής δράσης. Έχουν το ύφος χιλίων καρδιναλίων ο καθένας, οπότε φανταστείτε.... τουλάχιστον εκατό χιλιάδες καρδινάλιοι σε δύο τραπέζια! Δε μπορώ να πω με σιγουριά, αν έχουν την ψευδαίσθηση ότι έκαναν κάτι σπουδαίο, κάτι επαναστατικό ή αν πιστεύουν ότι πράγματι έτσι θα αλλάξουν τον κόσμο. Από τη στιγμή που κουβαλάω τα δικά μου συμπλέγματα σχετικά με το ζήτημα της επαναστατικότητας, είμαι ο πλέον ακατάλληλος να τους κρίνω.

Μετά από δέκα λεπτά, ακριβώς μπροστά τους, παρκάρει ένα αυτοκίνητο με πέντε νεαρούς επιβάτες. Βγαίνουν ένας-ένας κι απομακρύνονται αστειεύομενοι. Στο σημείο που στάθμευσαν βρίσκεται μία διαμόρφωση του πεζοδρομίου, ώστε να είναι ευκολότερη η πρόσβαση των ατόμων με ειδικές ικανότητες. Δεν κάνω λάθος... άτομα με ειδικές ικανότητες, οπλισμένοι με άπειρα αποθέματα υπομονής απέναντι, πρώτα στην αδιαφορία του συμπολίτη τους και μετά στην αναλγησία του κράτους! Οι “καρδινάλιοι” ως αυτόπτες μάρτυρες του συμβάντος αδιαφόρησαν. Δεν άρθρωσαν κουβέντα, δεν ύψωσαν το “επαναστατικό τους ανάστημα” απέναντι στην ανοησία του νεαρού οδηγού. Πανευρωπαϊκή ημέρα ΔΡΑΣΗΣ !!! Μα τι λέω... “έδρασαν” στέλνοντας ένα βροντερό μήνυμα στην τρόϊκα, την ελληνική (λέμε τώρα) κυβέρνηση και το ΔΝΤ, αλλάζοντας την ροή της παγκόσμιας ιστορίας... σιγά μην ασχοληθούν με την ράμπα των ΑΜΕΑ! Τελικά εκτός από την δικαιοσύνη, είναι τυφλή κι η επανάσταση! Ή μήπως εθελοτυφλούν κι οι δύο;

Όταν η παιδεία αντικαταστήσει τον κομματικό φανατισμό...όταν ενδιαφερόμαστε περισσότερο για τον συνάνθρωπο μας, παρά για τον ψευτοεπαναστατικό αυνανισμό μας, κλείνοντας δρόμους και καταλαμβάνοντας πλατείες... όταν στρέψουμε τον καθρέπτη στον εαυτό μας, κι αλλάξουμε τα δικά μας κακώς κείμενα... όταν πάρουμε την προσωπική μας ευθύνη στα σοβαρά και δεν την αποδίδουμε σε αόρατους εχθρούς... μόνο τότε θα έχουμε δικαίωμα να ονειρευτούμε ένα καλύτερο κόσμο!

Τετάρτη, 24 Μαρτίου 2010

28 χρόνια απόκριες













28 χρόνια απόκριες. Έχω επισκεφτεί πολλές φορές το βεστιάριο. Έχω αλλάξει πολλές στολές. Του καλού παδιού, του ενάρετου γιού, του φέρελπη νέου, του φίλου, του γεμάτου κατανόηση κι υπομονή γκόμενου, του άψογου επαγγελματία. Δεν το έκανα ποτέ εσκεμμένα, ούτε είχα κακή πρόθεση. Το ζούσα όσο δεν φαντάζεσαι, μέχρι το μεδούλι. Το πρόβλημα όμως είναι ότι, όσο καλά και να σου ταιριάζει το κουστούμι, το βράδι που πέφτεις για ύπνο είσαι και πάλι ‘γυμνός’. Κι εκεί σε κυριεύει ο φόβος ότι όλοι όσοι βρίσκονται γύρω σου, μένουν κοντά σου για το κουστούμι κι όχι για σένα. Για ένα άδειο πουκάμισο...

O άνθρωπος μοιάζει με ένα κύκλο. Στο κέντρο βρίσκεται ο ‘εαυτός’ μας, αυτό που πραγματικά είμαστε, ακόμη κι αν τον αγνοούμε ή έχουμε εσφαλμένη εντύπωση γι’ αυτόν. Σε σταθερή απόσταση από αυτόν, άρα μακριά του, βρίσκονται τα διάφορα κουστούμια, φορεσιές, μάσκες... με λίγα λόγια τα διάφορα ‘εγώ’ που ανασύρουμε ανάλογα με την περίσταση ή την ψυχολογική μας κατάσταση. Ανόητα κατασκευάσματα, ατελή και παραμορφωμένα είδωλα του εαυτού μας, προϊόντα της φαντασίας μας. Πώς δημιουργήθηκαν; Από στερεότυπα, κοινωνικά ή οικογενειακά, από την συναναστροφή μας με άλλους ανθρώπους, από την ανάγκη μας να είμαστε αγαπητοί, αποδεκτοί και ποθητοί από τους γύρω μας.

Έρχεται όμως η στιγμή που το κέντρο-εαυτός βαριέται τα ανόητα ‘εγώ’ που το περιτριγυρίζουν και τα παιχνίδια που παίζουν. Όλα του φαίνονται ψεύτικα... Αρχίζει να πάλλεται, θέλει κι άλλο χώρο. Διογκώνεται, θέλει να πλημμυρίσει το παρόν. Απαιτεί όλα όσα στερήθηκε και τελικά θα βρει τρόπο να τα πάρει. Πρέπει όμως να τον βοηθήσουμε, να του καθαρίσουμε το δρόμο από τα ‘πολυφορεμένα’ εγώ μας. Αλλιώς θα εκραγεί και θα παρασύρει όλα όσα βρεθούν στο δρόμο του...ΜΠΑΜ!