- “ Χαρά στο νέο που θαρρεί πως έχει χρέος να ξαναδημιουργήσει τον κόσμο, να τον κάμει πιο σύμφωνο με την αρετή και τη δικαιοσύνη, πιο σύμφωνο με την καρδιά του, αλίμονο σε όποιον αρχίζει τη ζωή του χωρίς παραφροσύνη.”
- Ωραία φαντάζει στα λόγια η παραφροσύνη, παππού. Μεγάλο το τίμημα της όμως... χάνεις χρόνο, χάνεις ανθρώπους και ίσως χάσεις τον εαυτό σου. Δεν βρίσκω πουθενά παρηγοριά, δεν έχω αποκούμπι. Όλα μου φαίνονται μικρά, παράταιρα...
- “Ν’ αρνηθείς όλες τις παρηγοριές - θεούς, πατρίδες, ηθικές, αλήθειες - ν’ απομείνεις μόνος και ν’ αρχίσεις να πλάθεις εσύ, με μοναχά τη δύναμή σου, έναν κόσμο που να μην ντροπιάζει την καρδιά σου... Ποια ‘ναι η πιο αντρίκια χαρά; Ν’ αναλαβαίνεις την πάσα ευθύνη.”
- Εσύ το λες αυτό; Πάλευες μέσα σου με τον θεό, με το ένα πόδι στην κόλαση και το άλλο στον παράδεισο. Πλάσμα πιό ηθικό από εσένα δεν υπήρξε. Όσο για την αλήθεια, την μυρίστηκες, την φαντάστηκες αλλά δεν μπόρεσες να την ακουμπήσεις. Γι’ αυτό σε αγαπάω τόσο, παππού. Σε συμπονώ... Άλλα ψυχανεμιζόσουν, άλλα έγραφες κι άλλα ζούσες.
- “Ό,τι έγραψα ή έπραξα γράφτηκε και πράχτηκε απάνω στο νερό και χάθηκε.”
- Όσο για την πατρίδα... Αγάπησες αυτή την χώρα και την ράτσα που την κατοικεί, με όλο σου το είναι. Παράτησες τα γράμματα, έγινες πρόξενος, υπουργός και στο τέλος έζησες υπό το καθεστώς μίας άτυπης εξορίας. Μέχρι και το Νόμπελ Λογοτεχνίας σου στέρησαν οι Έλληνες πολιτικοί. Κι όταν πήρες το Παγκόσμιο Βραβείο Ειρήνης και έτρεξαν ξανά στο πλευρό σου, τους αγκάλιασες. Το μόνο σου χρέος να φιλιώσεις τ’ αφίλιωτα και το κατάφερες. Μπορείς να μου εξηγήσεις γιατί εγώ δεν έχω πατρίδα;
- “Ο άνθρωπος που πάσχει και υποφέρει είναι παντού ο ίδιος. Δεν είναι δηλαδή μονάδα ενός έθνους, αλλά όλου του κόσμου.”
- Αν είναι έτσι, πως αγωνίστηκες πρώτα για την Ελλάδα και ύστερα για την ανθρωπότητα;
- “Είδα καθαρά την ιστορική αποστολή της Ελλάδας. Ο ανώτατος άθλος της είναι όχι η ομορφιά, παρά ο αγώνας για την ελευθερία. Ένιωσα βαθύτερα την τραγική μοίρα της Ελλάδας και πόσο βαρύ το χρέος του Έλληνα. Κι έχω απόλυτη πεποίθηση στην ψυχή του ανθρώπου.”
- Κι όταν η Ελληνική ράτσα πρόδωσε την ελπίδα σου, πως ένιωσες; Που να έβλεπες την σημερινή μας κατάντια... Άτολμοι, ευρω-ζήτουλες και λοβοτομημένοι. Οι μισοί Έλληνες εκμεταλλεύονται τους άλλους μισούς και στο τέλος όλοι μαζί, ρίχνουν τις ευθύνες αλλού.
- “Ο κόσμος μου φάνηκε πως ήταν ψεύτης, άδικος, άτιμος. Στον κόσμο τούτον θά 'σαι αρνί ή λύκος - αν είσαι αρνί σε τρων - αν είσαι λύκος τρως. Δυστυχώς δεν έχει υπάρξει τρίτο ζώο. Τώρα και χιλιάδες χρόνια ξεκίνησε να φτάσει, να γίνει άνθρωπος - δεν έφτασε ακόμα...Βιάζεσαι;”
- Δεν μπορώ να σου περιγράψω πόσο βιάζομαι. Να φάω και να κάτσω να με φάνε, όλα μαζί... μία τεράστια πανανθρώπινη ζύμωση! Κι όποιος αντέξει! Δυστυχία να μην μπορεί ο άνθρωπος να ξεπεράσει τον άνθρωπο, να γίνει κάτι ανώτερο.
- “Μπορεί, μπορεί, μα μονάχα για μια ώρα, για δυο ώρες, μπορεί και για μια μέρα ολάκερη, μα φτάνει.”
- Εμένα δεν μου φτάνει! Κι εγώ τι είμαι, παππού;
- “Λίγο μαλακός, λίγο αναποδιάρης, πότε καλός, πότε σκύλος που δαγκάνει, μισό διάολος, μισό άγγελος, άνθρωπος κοντολογίς!”
- Και τι άνθρωπος να γίνω; Που οφείλω να φτάσω το μπόι μου;
- “Να 'σαι ανήσυχος, αφχαρίστητος, απροσάρμοστος πάντα. Όταν μια συνήθεια καταντήσει βολική, να τη συντρίβεις. Ποτέ μην αναγνωρίσεις τα σύνορα του ανθρώπου! Να σπας τα σύνορα! Ν'αρνιέσαι ό,τι θωρούν τα μάτια σου. Να πεθαίνεις και να λες: Θάνατος δεν υπάρχει!”
- Εσύ αυτό έκανες, παππού; Ποιός ήταν ο δικός σου δρόμος;
- “Ποιος ήταν ο δρόμος για την εκπλήρωση του δικού μου του νόμου; Να διαταράξω την τάξη, να συντρίψω το πρωτόκολλο, να ξεστρατίσω από τους προγόνους. Να αλητεύσω στ' απαγορευμένα, στις αγέρωχες κι επικίντυνες περιοχές του αβέβαιου. Να δέχουμαι ατάραχος ακόμη περισσότερο: σαν ευλογία την κατάρα του πατέρα και της μάνας. Να έχω το θάρρος να είμαι μόνος...”
- “Σωτηρία θα πει να λυτρωθείς απ’ όλους τους σωτήρες· αυτή ‘ναι η ανώτατη λευτεριά, η πιο αψηλή, όπου με δυσκολία αναπνέει ο άνθρωπος. Αντέχεις;”
- Κι εδώ που είμαι δεν μου φτάνει ο αέρας. Νιώθω να πνίγομαι, αλλά από πείσμα και μόνο αντέχω.
- “Τότε έχεις ευθύνη. Δεν κυβερνάς πια μονάχα τη μικρή ασήμαντη ύπαρξή σου. Ν' αγαπάς την ευθύνη. Να λες: Εγώ, εγώ μονάχος μου έχω χρέος να σώσω τη γης. Αν δε σωθεί, εγώ φταίω.”
- Πριν φύγεις από κοντά μου, προσπάθησε να κλείσεις όλο τον κόσμο μέσα σε μία φράση...
- “Είδα κάποτε μια μέλισσα πνιγμένη μέσα στο μέλι και κατάλαβα.”
- Μεταξύ μας δεν υπάρχει ευχαριστώ ή παρακαλώ, παρά μόνο “εις το επανιδείν”…


